Όχι στην Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία
Είμαστε ενάντια σε οποιαδήποτε άδικη και ανεδαφική λύση του Κυπριακού που θα εγκυμονεί κινδύνους όσον αφορά την κρατική υπόσταση και την κοινωνική συνοχή.
Γι’ αυτό τον λόγο είμαστε αντίθετοι προς οποιαδήποτε λύση τύπου «Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας», αφ’ ενός διότι οι υποστηρικτές μιας τέτοιας μορφής λύσης δεν τολμούν να ομολογήσουν δημόσια το πλήρες περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της και αφ’ ετέρου διότι αυτοεγκλωβιζόμαστε σε λέξεις και ορολογίες οι οποίες δεσμεύουν την πλευρά μας και ακυρώνουν οποιαδήποτε νέα προσπάθεια δίκαιων διεκδικήσεων και πολύπλευρου αγώνα.
Οι Συμφωνίες Κορυφής Μακαρίου – Ντενκτάς 1977 και Κυπριανού – Ντενκτάς 1979 πλέον είναι αναχρονιστικές και άκυρες, τουλάχιστον από το 1983 όταν η Τουρκία μονομερώς προέβη στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους.
Πέραν από αυτό το κομβικό σημείο, με την πάροδο του χρόνου και ιδίως μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζονται νέες ευκαιρίες και ανοίγονται νέα μέτωπα πολιτικής δράσης για την δίκαιη λύση του Κυπριακού.
Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία είναι μια μορφή σύνθετου κράτους αποτελούμενη από δύο κρατίδια με μια χαλαρή κεντρική εξουσία. Κατά τη συνταγματική της πτυχή στηρίζεται στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων (δικοινοτικότητα) και κατά την εδαφική της πτυχή, στην δημιουργία δύο ξεχωριστών ζωνών εδαφικής κυριαρχίας (διζωνικότητα).
Η Ομοσπονδία διαχωρίζει ρατσιστικά το Κυπριακό λαό σε εθνικά αμιγείς ζώνες και κοινότητες, καθαρά βάσει φυλετικών κριτηρίων, δημιουργώντας στην σύγχρονη εποχή ένα αναχρονιστικό καθεστώς απαρντχάιντ.
Το πλαίσιο της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας έλαβε σάρκα και οστά στο Σχέδιο Ανάν, το οποίο απέρριψε κατηγορηματικά το 76% του λαού.
Όπως σε εκείνη την περίπτωση, όλες οι κατά καιρούς προτεινόμενες λύσεις αυτού του τύπου:
Προνοούν την ύπαρξη μιας ομοσπονδιακής κυβέρνησης με δύο συνιστώντα κρατίδια.
Καθιστούν ανέφικτη την επιστροφή όλων των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες, αφού οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία στο αντίστοιχο κρατίδιο.
Αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο ουσιαστικής ενοποίησης του Κυπριακού λαού στο σύνολο του.
Νομιμοποιούν τα τετελεσμένα της εισβολής ανάγοντας το παράνομο ψευδοκράτος σε συνιστών κρατίδιο.
Καθιστούν το κράτος δυσλειτουργικό με την ύπαρξη άνω και κάτω βουλής, την εκ περιτροπής προεδρεία και το δικαίωμα αρνησικυρίας ('veto') από Τ/Κ υπουργό.
Εξισώνει το 82% των Ε/Κ με το 18% των Τ/Κ καταργώντας το αναφαίρετο δικαίωμα “Ένας άνθρωπος= μία ψήφος”.
Επιτρέπουν την παραμονή του μεγαλύτερου μέρους των εποίκων.
Παραχωρούν επεμβατικά δικαιώματα στις εγγυήτριες δυνάμεις καθορίζοντας έτσι την πολιτική του κράτους σε θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, άμυνας και οικονομίας.
Επιτρέπουν την ύπαρξη στρατιωτικών δυνάμεων των τριών εγγυητριών χωρών.
Θα επιφέρουν οικονομικό χάσμα στο κοινό κεντρικό κράτος λόγω των διαφορετικών οικονομικών αναλογιών μεταξύ των δύο κρατιδίων.
Όπως και το Σχέδιο Ανάν, έτσι και όλες οι λύσεις στο πλαίσιο Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας που περιέχουν αυτές τις απαράδεκτες, αντιδημοκρατικές και έντονα ρατσιστικές διατάξεις απορρίπτονται.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για εξωραϊσμένες εκδοχές της εφιαλτικής διχοτόμησης! Αντ’ αυτού διεκδικούμε το αναφαίρετο δικαίωμα της Αυτοδιάθεσης, όπως αυτή αναγράφεται στον Καταστατικό Χάρτη του Ο.Η.Ε (άρθρο 1, παρ. 2) και παράλληλα ζητούμε την άμεση επανατοποθέτηση του Κυπριακού προβλήματος στις σωστές του βάσεις, δηλαδή ως πρόβλημα εισβολής, κατοχής, εθνοκάθαρσης και ξένων επεμβάσεων.
Οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να κατοχυρώνει και να σέβεται το Διεθνές Δίκαιο, το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ και την 4η Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας.
Υπενθυμίζουμε ότι στο Άρθρο 17 της Παγκόσμιας Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναγράφεται ότι:
«(1) Καθένας έχει το δικαίωμα ιδιοκτησίας ιδιωτικά καθώς και σε συνεταιρισμό με άλλα άτομα.
(2) Σε κανέναν δεν θα απαρνηθεί η ιδιοκτησία του.»
Και στο Άρθρο 13:
«(1) Καθένας έχει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής μέσα στα σύνορα του κάθε κράτους.»
Είναι συνεπώς αυτονόητο ότι μια δίκαιη και λειτουργική λύση θα διασφαλίζει τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα εξασφαλίζει την πλήρη απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών μας, την επιστροφή των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες, την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και όλων των Τούρκων εποίκων από την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα διακριβώνει την τύχη των αγνοουμένων.
Ζητούμε ένα κράτος με ανόθευτη δημοκρατία, όπου σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχεί μία ψήφος. Με αυτό το τρόπο η μειοψηφία προστατεύεται εκ των πραγμάτων, (αφού εκλέγει αριθμό αντιπροσώπων σε όλα τα σώματα αντίστοιχο της δύναμής της) ενώ παράλληλα δεν της παρέχεται η δυνατότητα να εκβιάζει και να χειραγωγεί την πλειοψηφία (όπως έπραττε κατ’ εξακολούθηση ο Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος στο Σύνταγμα του 1960 με το δικαίωμα της αρνησικυρίας). Μακροπρόθεσμα αυτό θα φέρει κοντά τις δύο κοινότητες, αφού δεν θα τίθεται θέμα υπερπρονομίων της μειονότητας (περίπτωση 1963) και εκβιασμού της πλειονότητας με νομικίστικα επιχειρήματα αλλά ούτε και θέμα χειραγώγης της μειονότητας αφού θα υπάρχουν αξιοκρατικές διαδικασίες.
Μια τέτοια λύση θα αποτρέψει την δημιουργία πολιτών δύο ταχυτήτων και σταδιακά θα επανενώσει την πλειοψηφία με την μειοψηφία, υπό την ομπρέλα της αξιοκρατίας, της αλληλοεκτίμησης, της ειρηνικής συμβίωσης και των κοινών συμφερόντων.
Γιατί επιμένουμε σε ρατσιστικές λύσεις τύπου Σχέδιου Ανάν, που μόνο τον σπόρο της δικοινοτικής σύγκρουσης και της περιφερειακής αστάθειας φέρουν; Επομένως απαιτούμε την μέγιστη αξιοποίηση των θεσμών, αρχών, αξιών, οργάνων και του συστήματος λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για επανατοποθέτηση του Κυπριακού προβλήματος στις σωστές του βάσεις και δίκαιη και βιώσιμη επίλυσή του.